Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Υπέρ των νέων συνηγορία (του Ευτύχη Μπιτσάκη)

Υπέρ των νέων συνηγορία

Του ΕΥΤΥΧΗ ΜΠΙΤΣΑΚΗ

Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν το έναυσμα, το «εκλυτικόν αίτιον» για την εξέγερση των μαθητών, των φοιτητών και ευρύτερα της ελληνικής νεολαίας. Η δολοφονία του παιδιού ήταν το έναυσμα. Ομως οι αιτίες πηγαίνουν πολύ βαθιά, στις ενδογενείς αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας.

Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών δεν είναι «μπάχαλο». Είναι εξέγερση μιας νεολαίας απογοητευμένης και οργισμένης. Οι αιτίες -σε πρώτη προσέγγιση- είναι γνωστές και έχουν επισημανθεί: Ανεργία, 20% του πληθυσμού κάτω από το όριο της φτώχειας. Ημερομίσθια των 40 και 50 ευρώ. Μισθοί των 500, 600 και 700 ευρώ. Ειδικά: Πτυχία ανεργίας ή ετεροαπασχόλησης. Αφόρητες συνθήκες ζωής, ειδικά στο καρκίνωμα της Αθήνας, η οποία κατέχει το θλιβερό παγκόσμιο ρεκόρ, να «φιλοξενεί» τον μισό πληθυσμό της χώρας. Διάρρηξη των κοινωνικών σχέσεων. Μοναξιά. Ο ανταγωνισμός, κυρίαρχη και θεσμοθετημένη κοινωνική σχέση. 

Ποιον ορίζοντα βλέπουν, λοιπόν, μπροστά τους οι νέοι; Στις κοινωνίες του όψιμου καπιταλισμού -και στην ελληνική με τις ιδιαιτερότητές της- καταστρέφεται ό,τι κατέκτησε ο άνθρωπος με αγώνες στην πορεία της Ιστορίας. Αν δεχτούμε τον ορισμό του Μαρξ, ότι η ουσία του ανθρώπου καθορίζεται από το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, τότε καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι σε μια κοινωνία όπου τα πάντα μετριούνται με «την αισχρή ανταλλαγή τοις μετρητοίς», η ιστορικά κατακτημένη ουσία του ανθρώπου εξαχνώνεται. Το άτομο μένει μετέωρο σε έναν κόσμο ανταγωνιστικό, ακατανόητο και χωρίς ελπίδα. Τα συνθήματα που κυριάρχησαν αυτές τις μέρες απηχούν τις προηγούμενες διαπιστώσεις. 

Τα προηγούμενα ισχύουν -λιγότερο ή περισσότερο- για όλες τις κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες, εξ ου και ο φόβος των Ευρωπαίων για νέες εξεγέρσεις απ' αφορμή την εξέγερση της ελληνικής νεολαίας. Αλλά η χώρα μας έχει και τα δικά της «προνόμια», συνέπειες της καθυστερημένης και ανώμαλης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Συγκεκριμένα: Η Ελλάδα ήταν βασικά μια «καθυστερημένη» αγροτική χώρα. Μέρος της οικονομίας και του εργατικού δυναμικού της καταστράφηκε με την κατοχή και τον εμφύλιο. Η αναρχική, απρογραμμάτιστη και ραγδαία οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη που ακολούθησε, πραγματοποιήθηκε σε βάρος των «δύο μόνιμων πηγών του πλούτου: της γης και των ανθρώπων». Τα ορεινά και ημιορεινά χωριά άδειασαν, με τη βία ή εξαιτίας της φτώχειας και η οικονομία τους καταστράφηκε. Αντίστοιχα, γιγαντώθηκαν οι σημερινές φρικαλέες τερατουπόλεις, με τις γνωστές συνέπειες. Μέσα σ' αυτή τη διαδικασία καταστροφής και ανάπτυξης, οξύνθηκαν οι κοινωνικές αντιθέσεις και ειδικά η αντίθεση φτώχειας - πλούτου. Η μεταπολεμική κεφαλαιοκρατική συσσώρευση πραγματοποιήθηκε σε βάρος και της αγροτιάς και της εργατικής τάξης: άθλια ημερομίσθια, άθλιοι μισθοί και, αντίστοιχα, τιμές των αγροτικών προϊόντων κάτω από την αξία τους. Ετσι, όσοι νέοι δεν εγκατέλειψαν για πολιτικούς λόγους τα χωριά τους, κατέφυγαν στις πόλεις ελπίζοντας σε καλύτερες ημέρες! 

Νέο πλέγμα αντιθέσεων: παλαιοί προλετάριοι και αγρότες-μέτοικοι, αγωνίζονταν να επιβιώσουν και αν μπορέσουν, να περάσουν στην κατηγορία των μικροαστών - και ένα ποσοστό τα κατάφερε. Από την άλλη πλευρά, αναπτύχθηκε μια νέα μεγαλοαστική τάξη από τους μαυραγορίτες της κατοχής, τους ωφελημένους από τον εμφύλιο, τους εκλεκτούς της χούντας, αλλά και από τους αετονύχηδες της λεγόμενης μεταπολίτευσης. Μια αστική και μεγαλοαστική τάξη χυδαία, ματαιόδοξη, επιδειξιομανής, αδίστακτη, διαπλεκόμενη με κάθε εξουσία. Δημόσια έργα, εξοπλισμοί, χαριστικά δάνεια, φοροαπαλλαγές, κανόνας το «άρπαξε να φας» και οι συνέπειες: σκάνδαλα του ΠΑΣΟΚ (ατιμώρητα), σκάνδαλα της Ν.Δ. (ατιμώρητα), χρηματιστηριακή φούσκα, σκάνδαλο της Vodafone που έφτασε να κατασκοπεύει και τον πρωθυπουργό και το οποίο «κουκουλώθηκε», σκάνδαλο του ΥΠΠΟ (Ζαχόπουλος), σκάνδαλο της Ζίμενς, σκάνδαλα ιερωμένων (Βατοπέδιο, Μονή Τοπλού κ.λπ.), υπουργοί που παραβιάζουν τους νόμους τους, συγγενείς υπουργών μπλεγμένοι σε σκάνδαλα, και άλλα μικρότερα ων ουκ έστιν αριθμός. Σήψη και κρίση. Αλλά: «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι».

Λοιπόν; Λοιπόν, οι μαθητές και οι φοιτητές «τα ξέρουν όλα». Τα ξέρουν και αηδιάζουν και οργίζονται. Και τείνουν να μην πιστεύουν σε τίποτε. Και φθάνουν να περιφρονούν την πολιτική, τους πολιτικούς και τα κόμματα. Ολοι ίδιοι είναι! Συνολικά: ζούμε μια οικονομική, κοινωνική, πολιτική κρίση και αντίστοιχα μια κρίση αξιών. Και οι νέοι; Αλλοι «τη βρίσκουν» στο ποδόσφαιρο (σύγχρονο όπιο των λαών). Αλλοι στη θρησκεία (ψυχή ενός κόσμου χωρίς ψυχή). Αλλοι στον φιλοσοφικό μηδενισμό. Αλλά τα γεγονότα που ζούμε αυτές τις μέρες αποδεικνύουν ότι η πααρακμή, η σήψη και η απογοήτευση δεν έχουν νεκρώσει όλους τους ιστούς του κοινωνικού σώματος. Οι νέοι απογοητεύονται. Δεν βρίσκουν κάποιο σημείο προσανατολισμού. Ομως, αναζητούν, οργίζονται, δεν θέλουν να αφήσουν τη ζωή τους να πάει χαμένη. Και κάποια στιγμή περισσεύει η οργή. Ξεχύνονται στους δρόμους γεμάτοι οργή και περιφρόνηση, αλλά και ταυτόχρονα διεκδικώντας μια ζωή που αξίζει να τη ζήσουν.

 

Και το κράτος; Το κράτος μας πάντα αντιμετώπιζε το πιο ζωντανό κομμάτι της νεολαίας σαν εχθρό. Ας πάμε πενήντα χρόνια πίσω: στις τεράστιες διαδηλώσεις για την Κύπρο. Οι «αύρες» μάς ράντιζαν τότε με χημικά. Τα «όργανα της τάξεως» μάς αντιμετώπιζαν με τα κλομπ και τις κλωτσιές. Υστερα από μια διαδήλωση, δολοφόνησαν δύο νέους στα Εξάρχεια. Τότε που κράτος και παρακράτος προετοίμαζαν τη δικτατορία, δολοφόνησαν τον Σωτήρη Πέτρουλα. Η χούντα συνέχισε με βασανιστήρια, εξαφανίσεις και δολοφονίες. Και μετά την πτώση της χούντας και την αποκατάσταση των κοινοβουλετικών θεσμών; Μετρήστε τη σειρά των δολοφονημένων νέων. Τελευταίος, ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος!

Γιατί αυτή η μανία εναντίον των πιο έξυπνων, των πιο ευαίσθητων και των πιο ζωντανών νέων; Επειδή στο κράτος δεν έγινε ποτέ «κάθαρση» και το παρακράτος συνεχίζει να υπάρχει και να δρα στα σκοτάδια της πιο μαύρης πραγματικότητας της κοινωνίας. Οι στρατοδίκες και οι άνθρωποι του παρακράτους του εμφυλίου και μετά, ετελεύτησαν βιολογικά. Αλλά οι πυρήνες και οι διάδοχοί τους επιβιώνουν, μεταλλασσόμενοι και μένοντας ίδιοι: εχθροί του λαού. Και με ποια κριτήρια επιλέγονται σήμερα οι αστυνομικοί και με ποια ιδεολογία διαπαιδαγωγούνται;

Ποιες είναι, λοιπόν, οι συνέπειες; Η κρίση των αστικών Δημοκρατιών στον Μεσοπόλεμο έθρεψε τα φασιστικά κινήματα. Η σημερινή κρίση, με την απαξίωση των θεσμών, εκτρέφει νέες μορφές αντιδραστικού εθνικισμού, μυστικισμού, αντιδραστικού ρομαντισμού, φασιστικής νοοτροπίας. Υπόσχεται να πραγματοποιήσει ανεκπλήρωτες ελπίδες. Αλλά την ίδια στιγμή ξυπνά και τις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας. Και τότε επεμβαίνουν τα ασφυξιογόνα, τα χημικά, τα κλομπ και τα περίστροφα!

Η εξέγερση των νέων δεν είναι «μπάχαλο». Αν θέλει η Αστυνομία να βρει ποιοι σπάνε βιτρίνες, ας αναζητήσει τους δράστες σε ανεγκέφαλους που νομίζουν πως είναι αναρχικοί (ο αναρχισμός είναι μια ουτοπική - ανθρωπιστική ιδεολογία) αλλά και σ' αυτούς που συνομιλούν φιλικά, ένστολοι ή μη, με εκείνους που κρατούν λοστούς και σπάνε βιτρίνες.

Και η Αριστερά; Φτώχεια μέσα στον πλούτο! Πόλεμοι! Αυταρχικό κράτος. Αυτά είναι τρία προβλήματα, απέναντι στα οποία έπρεπε να βρει τρόπους κοινής δράσης. Η ευθύνη της πολυδιάσπασης της Αριστεράς είναι ιστορική. Αλλά ιδιαίτερα βαρύνει την ηγεσία του ΚΚΕ, η οποία βρήκε ως «επαναστατική» στρατηγική την επιστροφή σε ένα ηρωικό, αλλά ιστορικά, από μια άποψη, καταδικασμένο παρελθόν. Η Αριστερά θα απαντήσει, θεωρητικά και πρακτικά στα ερωτήματα για το μέλλον;

ΥΓ.: Για την οικογένεια του Αλέξανδρου: θα θυμόμαστε πάντα το παιδί σας με αγάπη και θλίψη.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 23/12/2008 

1 σχόλιο:

Αρκουδπουρνάρ είπε...

Μία εξέγερση και μία ομολογία

Σκέψεις για τα πρόσφατα γεγονότα
Του Βασίλη Καραποστόλη


Το φαινόμενο, λένε, είναι πρωτόγνωρο. Πράγματι, κάτω από τη μύτη της πολυάσχολης κοινωνίας συντελέστηκε μια αλλαγή που μοιάζει με παραμόρφωση μιας ηλικίας και μιας γενιάς. Μέχρι χθες κυκλοφορούσαν δίπλα μας παιδιά με σακίδια στους ώμους, με κουκούλες ριγμένες στην πλάτη, πήγαιναν σχολείο, έξαιναν το μαλλί προτού να βγουν για την καφετέρια. Ήταν δεμένα πάνω στον άξονα: υποχρεωτική εκπαίδευση- υποχρεωτική διασκέδαση, όπως ήταν δεμένοι και οι γονείς τους σ΄ έναν άλλον άξονα όπου τη θέση της εκπαίδευσης είχε πάρει η δουλειά. Μικροί και μεγάλοι σπούδαζαν, εργάζονταν και διασκέδαζαν με μισή καρδιά.

Ώσπου ήρθε η έκρηξη με αφορμή έναν πυροβολισμό. Δεν το πίστευαν οι πρεσβύτεροι ότι η πόλη θα δεχόταν από τους βλαστούς τους τέτοια επίθεση. Νόμιζαν ότι οι ορδές των μαθητών θα διαλύονταν σύντομα. Αλλά εκείνοι επέμειναν. Άρχισε να γίνεται φανερό ότι για πρώτη φορά ήθελαν κάτι να φωνάξουν δυνατά κι απ΄ τη φωνή τους να σπάσουν τα τζάμια. Το παράξενο ήταν ότι δεν ήταν έτοιμο μέσα τους το τι θα φώναζαν, και τα λίγα συνθήματα σχηματίστηκαν με κόπο.

Παρ΄ όλα αυτά υπήρξαν συνέπειες. Αυτά τα αρυτίδωτα πρόσωπα όπου ακόμη και η οργή δυσκολεύεται να αφήσει τα ίχνη της, αυτά τα στόματα που εκτοξεύουν τη βρισιά μασουλώντας ταυτόχρονα την τσίχλα, αυτοί οι άγουροι που ψάχνουν να βρουν την αιτία της εξέγερσής τους και που εξακολουθούν να ονομάζουν τη διαδήλωση «πάρτι» στους δρόμους, αυτοί οι μικροί βαριεστημένοι που ανακαλύπτουν πως μπορούν να διονυσιαστούν με θυμιατά από καμένα λάστιχα και να μεθύσουν βλέποντας τους εαυτούς τους στο γυαλί της τηλεόρασης, αυτά τα χοροπηδητά σαν των καλικαντζάρων παραμονές εορτών κατάφεραν να προκαλέσουν κοινωνικό και πολιτικό σοκ. Γιατί απλούστατα ο αριθμός των αθώων δαιμόνων αυξήθηκε. Και γιατί απέναντι στις εφηβικές διαμαρτυρίες τους η κοινωνία των ενηλίκων αποδείχθηκε πολύ πιο ανώριμη απ΄ αυτούς. Απέτυχε να τους προτείνει αξίες που θα ήταν ικανές να τους συνεγείρουν ή τουλάχιστον να τους συμφιλιώσουν με την ιδέα της προσπάθειας, του ιδρώτα που κάποτε ανταμείβεται.

Τι τους πρότειναν, αλήθεια; Μια προοπτική στο βάθος της οποίας παραμόνευε το τέρας. Ο Μινώταυρος που καταβροχθίζει τα νιάτα τους περίμενε, πελώριος, ανυπόμονος, διπρόσωπος. Το ένα του πρόσωπο ήταν της επιτυχίας, το άλλο της φτώχειας. Το ένα είχε ένα χαμόγελο κομμένο με ξυράφι, το άλλο έναν μορφασμό πικρίας. Από πολύ νωρίς κατάλαβαν τα υποψήφια θύματα ότι είτε στον έναν δρόμο βρεθούν είτε στον άλλον, στο τέλος στο ίδιο περίπου σημείο θα καταλήξουν.

Η ανθρώπινη ζωή κινείται ανάμεσα στα βάσανα και στην ανία, είχε πει ένας μελαγχολικός φιλόσοφος. Στην περίπτωση της φτώχειας ο νέος ξέρει ότι θα πέσει στα βάσανα. Καλύτερα λοιπόν η ανία μέσα στην επιτυχία; Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ανία που σκιάζει το χρυσό όνειρο, είναι το γεγονός ότι η επιτυχία έγινε η ίδια βάσανο. Το βλέπουν ξεκάθαρα οι μικροί το πόσο άγχος φορτώνονται εκείνοι που σήμερα ζητάνε να κατακτήσουν τον κόσμο, δηλαδή να τον βάλουν στην τσέπη τους. Πρόκειται για ζήλο χωρίς έξαρση, για έναν πόθο που του λείπει ο ορίζοντας. Δεν λέγεται φιλοδοξία αυτό, λέγεται ματαιοδοξία. Έτσι θα έπρεπε να απαντήσουν οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι πολιτικοί, όταν τους ρωτάει η νέα γενιά τι σημαίνει να κουρδίζεται κάποιος για τέτοιους στόχους.

Τους απαντούν όμως με μισόλογα. Δεν τους λένε ότι όποιος επιδιώκει πάση θυσία να πλουτίσει ή πάση θυσία να κυριαρχήσει στους άλλους αναγκαστικά το πληρώνει με τη μοναξιά που φέρνει καχυποψία και μ΄ έναν φόβο που δεν θεραπεύεται ποτέ. Τον φόβο ότι εάν του αφαιρεθούν ακόμη και λίγα απ΄ αυτά που κατέχει θα πέσει στο τίποτα, δεν θα είναι παρά ένα ανθρώπινο μηδενικό. Ο θρόνος του άπληστου Μινώταυρου θα τρέμει πάντα, δεν θα είναι ποτέ σταθερός. Δεν το λένε αυτό στους μικρούς κι εκείνοι εκσφενδονίζουν πέτρες και βάζουν φωτιές για να τους το πουν. Μαντεύουμε τώρα τι ήταν αυτή η εξέγερση. Μια πίεση ώστε να αποσπαστεί μια ομολογία.

Ο Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών